ἐρεβινθώδης

ἐρεβινθ-ώδης, ες,
A like chick-peas,

φύλλον Thphr.HP6.5.3

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ερεβινθώδης — ες (AM ἐρεβινθώδης, ες) [ερέβινθος] αυτός που μοιάζει με ρεβίθι, ο ερεβινθοειδής …   Dictionary of Greek

  • ἐρεβινθῶδες — ἐρεβινθώδης like chick peas masc/fem voc sg ἐρεβινθώδης like chick peas neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -ώδης — ΝΜΑ β συνθετικό επιθέτων τής Αρχαίας Ελληνικής, που ανάγεται στο θέμα οδ τού ρήματος ὄζω* «έχω μυρωδιά, μυρίζω», με έκταση λόγω συνθέσεως. Η αρχική σημασία, ωστόσο, τού β συνθετικού διατηρείται σε ελάχιστα επίθετα στα οποία η σημασία τού α… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.